Σε λυπάμαι

Πάντα κακομαθημένο παιδί ήσουν.

Ένα κοκκινομάλλικο αγόρι που τα θελε

όλα δικά του.

Ο εγωισμός ήταν το μητρικό γάλα σου.

Σου χτένιζαν τα μαλλιά οι μοίρες

και συ άναβες φωτιά και τις έκαιγες.

Μόνο το "θέλω" ήξερες.

Τώρα που πέρασαν τα χρόνια

και έμεινες μονάχος ποιος νομίζεις

πως ευθύνεται;

Οι άλλοι - θα πεις- που δεν σε κατάλαβαν ποτέ.

Η εύκολη λύση.

Πριν χρόνια σου είχα πει να κοιτάζεσαι

στον καθρέφτη και να βλέπεις το πραγματικό είδωλό σου.

Αλλά εσύ προτίμησες να σπάσεις το γυαλί

και να ζήσεις παρέα με τον εγωισμό σου.

Ο καλύτερός σου φίλος ήταν πάντοτε.

Τελικά σε λυπάμαι.

Πρέπει να σαι ευχαριστημένος

που έτσι κι αλλιώς κάτι αισθάνομαι...

Να είσαι εδώ

Να είσαι δω.

Μπορείς;

Να διαλέγεις τις μέρες μία μία

και να τις αφήνεις στις χούφτες μου.

Να προσκυνάς τα άνθη

και να σκορπάς τη γύρη τους

σε πυρωμένα μεσημέρια.

Να είσαι εδώ.

Μπορείς;

Τα τυλίγεις τα δάκρυά σου

μες στα μάτια σου

και να τα χαρίζεις κάθε στιγμή

στα κόκκινά μου χείλη.

Να είσαι εδώ.

Πες μου μπορείς;

Να ταξιδεύουμε μαζί σ' άλλες αγάπες

σ' άλλες θάλασσες.

Πάνω σε υγρά κορμιά

δεμένα με αρμύρα.

Μόνο να είσαι εδώ...αν μπορείς.

Ορφανή αγκαλιά

Άδεια η κουπαστή των ματιών μου.

Τα χελιδόνια φέτος ταξίδεψαν γι αλλού.

Τα πήρε μακριά η Όστρια.

Και γω, πως θα μερέψω  τα δυο βλέφαρα...

Δε με καλούν και οι φωνές τους.

Θα έψαχνα εγώ για να τα βρω,

σ΄άλλα ταξίδια, σ΄άλλους κόκκινους θεούς.

Άδραξε τούτη η χαρά σε κήπους ξένους.

Μια ορφανή αγκαλιά μονάχα έμεινα.

Μια αγκαλιά που ορφάνεψε από

φιλί και τιτιβίσματα...

Η μικρή μου κόρη

Η μικρή μου κόρη

με τα κόκκινα μαλλιά

χαμογελάει απέναντί μου.

Δυο υπέροχα μάτια ξεσκεπάζουν

τα αγνά μου συναισθήματα.

Μεγάλωσε τ' αστέρι μου

και χτένισε με τα δάχτυλα

τα γαλανά ονειρά της.

Η μικρή μου κόρη,

φτερό που άγγιξε το ουράνιο τόξο

σε μεσημέρι ρόδινο.

Μια ουγκιά

Μια ουγκιά... Μονάχα μια ουγκιά από κείνον

τον παθιασμένο έρωτά σου ζητώ.

Εκείνον που μου χάρισες, ψυχή και σώμα.

Εκείνον που μου έκλεψες μια λάθος νύχτα.

Θυμάμαι το σημάδι που 'χα αφήσει στο λαιμό σου.

Κι εκείνο των χειλιών σου.

Κι ακόμα εκείνο πάνω στην καρδιά.

Πρώτη φορά στους πρόποδες της Πάρνηθας

με αγκαλιά το χιόνι.

Τι να ζητήσω πια...

Μισή ψυχή μονάχη τι να κάνει...

Μια μια ουγκιά ζητώ ακόμη

και μία χούφτα χιόνι...

Ξανά από την αρχή

Αξίζει άραγε να χει κανείς ένα ημερολόγιο

στο συρτάρι του;

Στο μυαλό του;

Τι είναι καλύτερο τελικά...

Δεν μπορώ να αποφασίσω. Μεγάλωσα πολύ φαίνεται

και δεν ακούω πια καν τι λέω.

Ακόμα και το πιο τέλειο κερί όταν λιώσει

γυρνά στο αρχικό σχήμα του.

Και γω μάλλον αυτό κάνω αυτή τη στιγμή.

Γύρισα στην αρχή.

Διαβάζω όσα έχω γράψει ως τώρα

και δεν πιστεύω πως βγήκαν μέσα από μένα.

Δεν ξέρω να γράφω. Να συντάσσω λέξεις.

Δεν ξέρω τίποτα, και μάλλον νιώθω καλύτερα από πριν...